doctoral

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

doctoral (en)

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

doctoral < λατινική doctoralis

Επίθετο[επεξεργασία]

doctoral (fr) αρσενικό (θηλυκό doctorale)

  1. που αφορά τους δόκτορες
  2. (χλευαστικά) επίσημος, σοβαρός τόνος φωνής

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  docteur