Μετάβαση στο περιεχόμενο

doctrinaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
doctrinaire doctrinaires

Επίθετο

[επεξεργασία]

doctrinaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό