doet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

doet (nl)

  1. 2ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος doen
  2. 3ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος doen