Μετάβαση στο περιεχόμενο

doggerel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  1. κωμική ποίηση, σατιρική ποίηση
  2. κωλοποίηση, παλιοποίηση, ποίηση για τα μπάζα-σκουπίδια, άτεχνη ποίηση, κακή ποίηση, ποίηση του κώλου, ποίηση της κακιάς ώρας, ποίηση της συμφοράς

Συνώνυμα

[επεξεργασία]