dole

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dole (en)

  1. επίδομα ανεργίας
  2. ψυχικός πόνος, ψυχική οδύνη
  3. (μεταφορικά) μοίρασμα της τύχης, μοίρα
  4. οικονομική ενίσχυση, παρεχόμενο γεύμα ή παροχή αγαθών σε απόρους