dolent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό dolent dolents
θηλυκό dolente dolentes

dolent (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ασθενικός
  2. δυστυχισμένος, που επιδιώκει τον οίκτο των άλλων
  3. πάσχων, υποφέρων