doleo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

doleo <

Ρήμα[επεξεργασία]

doleo (la)

  1. πονώ
  2. λυπάμαι