doniczka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική doniczka doniczki
γενική doniczki doniczek
δοτική doniczce doniczkom
αιτιατική donicz doniczki
οργανική donicz doniczkami
τοπική doniczce doniczkach
κλητική doniczko doniczki

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

doniczka (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]