doniczka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική doniczka doniczki
γενική doniczki doniczek
δοτική doniczce doniczkom
αιτιατική donicz doniczki
οργανική donicz doniczkami
τοπική doniczce doniczkach
κλητική doniczko doniczki

Προφορά[επεξεργασία]

doniczka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

doniczka (pl) θηλυκό

  1. γλάστρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]