Μετάβαση στο περιεχόμενο

doorknob

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
doorknob doorknobs

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
doorknob < door + knob

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

doorknob (en)

  • το πόμολο
    παράδειγμα  He grabbed the doorknob and opened the door.
    Έπιασε το πόμολο κι άνοιξε την πόρτα.
     συνώνυμα: knob