dorioù

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βρετονικά (br) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dorioù (br) θηλυκό, πληθυντικός

  • πόρτα (σημ. στον ενικό, μπαίνει πριν το άρθρο)