Μετάβαση στο περιεχόμενο

double down

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας double down
γ΄ ενικό ενεστώτα doubles down
αόριστος doubled down
παθητική μετοχή doubled down
ενεργητική μετοχή doubling down

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
double down <  δείτε τις λέξεις double και down

double down (en)

  • (αμετάβατο) διπλασιάζω, αναλαμβάνω μια ισχυρότερη δέσμευση σε μια στρατηγική ή έναν τρόπο δράσης, ειδικά σε έναν που μπορεί να είναι επικίνδυνος
    παράδειγμα  We’ll double down on our efforts.
    Θα διπλασιάσουμε τις προσπάθειές μας.