doucher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

doucher (fr)

  1. λούω, πλένω, μπανιάρω κάποιον με χρήση ντους, καταβρέχω με συσκευή ντους
  2. se doucher: πλένομαι, κάνω ντους (ο ίδιος)

Συγγενικά

[επεξεργασία]