dowager

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dowager dowagers

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέσος 16ος αιώνας: dowager < παλαιά γαλλική douagiere < douage «προικοδοτώ» < douer «δίνω προίκα ή δευτερευόντως κάτι αξίας, μεταφορικά και χάρισμα» < λατινική dotare «δίνω προίκα ή δευτερευόντως κάτι αξίας, μεταφορικά και χάρισμα»

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdaʊədʒə/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dowager (en)

  • χήρα που κληρονόμησε τίτλο ευγενείας ή περιουσία από τον αποθανών σύζυγό της

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • dowager στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια