dower

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

dower (en)

  1. το μέρος της περιουσίας (κληρονομιάς) που κληροδοτείται στη χήρα του εκλιπόντος
  2. η προίκα που δίνει μια γυναίκα στον άντρα της
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: dowry