Μετάβαση στο περιεχόμενο

downhill

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
downhill < down- + hill

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός downhill
συγκριτικός more downhill
υπερθετικός most downhill

downhill (en)

  1. κατηφορικός, καθοδικός, για έδαφος
    παράδειγμα  a downhill road - κατηφορικός δρόμος
    παράδειγμα  the downhill stream of traffic - το καθοδικό ρεύμα της κυκλοφορίας
  2. κατηφορικός, καθοδικός, που χειροτερεύει
    παράδειγμα  the downhill course of the economy - κατηφορική η πορεία της οικονομίας
    παράδειγμα  a downhill trend in growth - καθοδική πορεία της ανάπτυξης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη downward

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός downhill
συγκριτικός farther / further / more downhill
υπερθετικός farthest / furthest / most downhill

downhill (en)

  • στον κατήφορο, κατηφορικά, κατηφορίζω
    παράδειγμα  I started making my way downhill.
    Άρχισα να κατεβαίνω τον κατήφορο.
    παράδειγμα  The car hurtled downhill out of control.
    Το αυτοκίνητο ακυβέρνητο κατρακύλησε στον κατήφορο.
    παράδειγμα  We climbed to the top and afterwards took the path downhill.
    Ανεβήκαμε στην κορφή κι έπειτα πήραμε το μονοπάτι κατηφορικά.
    παράδειγμα  The road goes downhill steeply.
    Ο δρόμος κατηφορίζει απότομα.