downright

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/ˈdaʊnrʌɪt/

Επίρρημα[επεξεργασία]

downright (en)
σχεδόν πάντα για κάτι κακό, δυσμενές ή δυσάρεστο

  1. εντελώς, ολωσδιόλου, απολύτως
  2. πλήρως


Συνώνυμα: altogether, thoroughly

Επίθετο[επεξεργασία]

downright (en)
σχεδόν πάντα για κάτι κακό, δυσμενές ή δυσάρεστο


 συνώνυμα: thorough, utter