doymak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

doymak (tr)

  1. χορταίνω, καταναλώνω αρκετή τροφή ώστε να μη νιώθω πια το αίσθημα της πείνας.
    Daha yemek istemiyorum, doydum.
    Δεν θέλω άλλο φαγητό, χόρτασα.
    • (με δοτική, για να δηλωθεί αυτό που προσφέρει το αίσθημα της ικανοποίησης)
      Köydeki bu iki günde iyi ekmeğe ve şaraba doydum.
      Χόρτασα καλό ψωμί και καλό κρασί αυτές τις δυο μέρες στο χωριό.
  2. χορταίνω, για να δηλωθεί γενικότερα το αίσθημα της ικανοποίησης, του κορεσμού
    Dünkü maçta gole doyduk, skor 6-6'ydı!
    Χορτάσαμε γκολ στο χτεσινό αγώνα. Το σκορ ήταν 6-6!
    Bu yaz gözüm denize doydu.
    Χόρτασε το μάτι μου θάλασσα φέτος το καλοκαίρι
  3. χορταίνω, (με άρνηση) για να δηλωθεί με επίταση η συνεχής χαρά που φέρνει κάτι.
    Çaldığında onu dinlemeye doyamazsın
    Δεν μπορείς να χορταίνεις να τον ακούς όταν παίζει μουσική.

Κλίση[επεξεργασία]