Μετάβαση στο περιεχόμενο

drag on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας drag on
γ΄ ενικό ενεστώτα drags on
αόριστος dragged on
παθητική μετοχή dragged on
ενεργητική μετοχή dragging on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
drag on <  δείτε τις λέξεις drag και on

drag on (en) (κακόσημο)

  • τραβάω (σε μάκρος), για κάτι δυσάρεστο που διαρκεί πολύ
    παράδειγμα  This situation has dragged on for too long.
    Πολύ τράβηξε αυτή η κατάσταση.
    παράδειγμα  This case is dragging on.
    Τραβάει σε μάκρος αυτή η υπόθεση.
    παράδειγμα  The meeting dragged on until late.
    Τράβηξε ως αργά η συγκέντρωση.
    παράδειγμα  This year the cold dragged on way too long.
    Πολύ τράβηξε φέτος το κρύο.