drag on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | drag on |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | drags on |
| αόριστος | dragged on |
| παθητική μετοχή | dragged on |
| ενεργητική μετοχή | dragging on |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]- τραβάω (σε μάκρος), για κάτι δυσάρεστο που διαρκεί πολύ
This situation has dragged on for too long.
- Πολύ τράβηξε αυτή η κατάσταση.
This case is dragging on.
- Τραβάει σε μάκρος αυτή η υπόθεση.
The meeting dragged on until late.
- Τράβηξε ως αργά η συγκέντρωση.
This year the cold dragged on way too long.
- Πολύ τράβηξε φέτος το κρύο.