dramatically
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | dramatically |
| συγκριτικός | more dramatically |
| υπερθετικός | most dramatically |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]dramatically (en)
- δραματικά, πολύ ξαφνικά και σε πολύ μεγάλο και συχνά εκπληκτικό βαθμό
The company’s sales increased dramatically.
- Οι πωλήσεις της εταιρείας αυξήθηκαν δραματικά.
The situation in the country has changed dramatically over the past year.
- Η κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει δραματικά τον τελευταίο χρόνο.
The temperature dropped dramatically within a few hours.
- Η θερμοκρασία έπεσε δραματικά μέσα σε λίγες ώρες.
The sky darkened dramatically before the storm broke.
- Ο ουρανός σκοτείνιασε δραματικά πριν ξεσπάσει η καταιγίδα.
- εντυπωσιακά, με εντυπωσιακό τρόπο
The mountains rose dramatically behind them.
- Τα βουνά υψώνονταν εντυπωσιακά πίσω τους.
The sun set dramatically behind the horizon, filling the sky with colors.
- Ο ήλιος έδυε εντυπωσιακά πίσω από τον ορίζοντα, γεμίζοντας τον ουρανό με χρώματα.
- ≈ συνώνυμα: impressively
- δραματικά, που έχει σχέση με την τέχνη του δράματος
The actor played his role dramatically, moving the audience.
- Ο ηθοποιός έπαιξε δραματικά τον ρόλο του, συγκινώντας το κοινό.
The movie ended dramatically, keeping the audience in suspense.
- Η ταινία τελείωσε δραματικά, κρατώντας το κοινό σε αγωνία.
- δραματικά, με τόσο θλιβερό τρόπο, ώστε να συγκλονίζει
He presented the situation to us very dramatically.
- Πολύ δραματικά μας παρουσίασε την κατάσταση.
The truth was revealed dramatically in front of everyone.
- Η αλήθεια αποκαλύφθηκε δραματικά μπροστά σε όλους.