drapier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
drapier < drap (αρ. 1)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό drapier drapiers
θηλυκό drapière drapières

drapier (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη drap