draws

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

draws (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

draws (en)

  • γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα του ρήματος draw