Μετάβαση στο περιεχόμενο

drift apart

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας drift apart
γ΄ ενικό ενεστώτα drifts apart
αόριστος drifted apart
παθητική μετοχή drifted apart
ενεργητική μετοχή drifting apart

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
drift apart <  δείτε τις λέξεις drift και apart

drift apart (en)

  • χωρίζω, ξεμακραίνω σιγά-σιγά, γίνομαι λιγότερο φιλικός ή στενός σε κάποιον με τον καιρό
    παράδειγμα  We all drifted apart after University.
    Χωρίσαμε όλοι σιγά-σιγά μετά από το Πανεπιστήμιο.
    παράδειγμα  In school, we were close friends, but later on we drifted apart from each other.
    Στο σχολείο ήμασταν πολύ φίλοι αλλά μετά ξεμακρύναμε ο ένας από τον άλλον.