drift apart
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | drift apart |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | drifts apart |
| αόριστος | drifted apart |
| παθητική μετοχή | drifted apart |
| ενεργητική μετοχή | drifting apart |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]drift apart (en)
- χωρίζω, ξεμακραίνω σιγά-σιγά, γίνομαι λιγότερο φιλικός ή στενός σε κάποιον με τον καιρό
We all drifted apart after University.
- Χωρίσαμε όλοι σιγά-σιγά μετά από το Πανεπιστήμιο.
In school, we were close friends, but later on we drifted apart from each other.
- Στο σχολείο ήμασταν πολύ φίλοι αλλά μετά ξεμακρύναμε ο ένας από τον άλλον.