Μετάβαση στο περιεχόμενο

drill sergeant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
drill sergeant drill sergeants

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
drill sergeant <  δείτε τις λέξεις drill και sergeant

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

drill sergeant (en)

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]