driven

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

driven (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος drive

Δείτε επίσης[επεξεργασία]