drizzle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

drizzle (en) (μη μετρήσιμο ή ενικός)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας drizzle
γ΄ ενικό ενεστώτα drizzles
αόριστος drizzled
παθητική μετοχή drizzled
ενεργητική μετοχή drizzling

drizzle (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • drizzle στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πηγές[επεξεργασία]