droguiste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
droguiste droguistes

droguiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. χρωματέμπορας