due to

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


due to < → δείτε τις λέξεις due και to



due to (en)

  • λόγω, από, εξαιτίας, επειδή, διότι, γιατί, παρωχημένο: ένεκα
    Due to the heavy traffic, I can’t come.
    Λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης, δεν μπορώ να έρθω.
    Due to the seismic tremors, volumes of earth broke off from the slopes of the hill.
    Από τις σεισμικές δονήσεις αποσπάστηκαν όγκοι χωμάτων από τα πρανή του λόφου.
     συνώνυμα: because of