dupe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dupe < duppe, αστεϊσμός βασιζόμενος στην παρεμφερή προφορά με το huppe, τσαλαπετεινός, που θεωρείται ανόητο πουλί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dupe dupes

dupe (fr) αρσενικό

  1. αφελής άνθρωπος, που πιστεύει οτιδήποτε του λένε
     συνώνυμα: dindon, pigeon

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dupe dupes

dupe (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αφελής
     συνώνυμα: crédule, naïf