Μετάβαση στο περιεχόμενο

duplication

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
duplication duplications

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

duplication (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]