Μετάβαση στο περιεχόμενο

durmak

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
durmak < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική طورمق (durmak) < (κληρονομημένο) πρωτοτουρκική *tur- (στέκομαι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /duɾˈmɑk/
τυπογραφικός συλλαβισμός: durmak

durmak (tr)

  1. (αμετάβατο) σταματώ, παύω να κινούμαι
    παράδειγμα  Araba kırmızı ışıkta durmadı. — Το αυτοκίνητο δε σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι.

Συγγενικά

[επεξεργασία]