Μετάβαση στο περιεχόμενο

duymak

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
duymak < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική دویمق (duymak) < (κληρονομημένο) πρωτοτουρκική *tuj- (ακούω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dujˈmɑk/
τυπογραφικός συλλαβισμός : duy‐mak

duymak (tr)

  1. ακούω
    παράδειγμα  Güldüğünü duydum. — Τον άκουσα να γελάει.
    παράδειγμα  Gürültünüz yoldan duyuluyordu. — Η φασαρία σας ακουγόταν από το δρόμο.
    ≈ συνώνυμα: işitmek
  2. ακούω, μαθαίνω, ενημερώνομαι για κάποιες πληροφορίες
    παράδειγμα  Haberleri duydun mu? — Άκουσες/έμαθες τα νέα;
    ≈ συνώνυμα: işitmek, öğrenmek
  3. (με ορισμένες λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα) αισθάνομαι, νιώθω, τρέφω
    παράδειγμα  Artık hiç konuşmasak da sana büyük saygı duyuyorum. — Παρόλο που πια δεν μιλάμε καθόλου, σου τρέφω μεγάλο σεβασμό.
    παράδειγμα  Çocukluğumun geçtiği o küçük şehre büyük özlem duyuyorum. — Νιώθω μεγάλη λαχτάρα για εκείνη τη μικρή πόλη όπου πέρασαν τα παιδικά μου χρόνια.
    ≈ συνώνυμα: beslemek

Συγγενικά

[επεξεργασία]