dysfunction
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dysfunction (en)
- η δυσλειτουργία, κυρίως ενός οργάνου του σώματος ή μια διαταραχή του νου ή μια συμπεριφορά ασύμβατη με τα κοινωνικά δεδομένα
- erectile dysfunction - στυτική δυσλειτουργία