Μετάβαση στο περιεχόμενο

dyspraxie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dyspraxie dyspraxies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dyspraxie (fr) θηλυκό