earmark
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| earmark | earmarks |
earmark (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | earmark |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | earmarks |
| αόριστος | earmarked |
| παθητική μετοχή | earmarked |
| ενεργητική μετοχή | earmarking |
earmark (en)