easily

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

easily (en)

  1. σίγουρα, βέβαια
  2. εύκολα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Word Reference - easily[1]