eavesdropper

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

eavesdropper < eavesdrop + -er

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eavesdropper (en)