Μετάβαση στο περιεχόμενο

eczéma

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
eczéma eczémas

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

eczéma (fr) αρσενικό