Μετάβαση στο περιεχόμενο

edere

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

edere (la)

  • απαρέμφατο του ρήματος edo (τρώω)