edifice

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

ύστερα μεσοαγγλικά: edifice < παλαιογαλλικά: aedificium < λατινικά: aedificium < λατινικά: aedis ‘οίκημα’ + λατινικά: facere ‘κάνω’.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈɛdɪfɪs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

edifice (en)

  1. κτήριο, οικοδόμημα
  2. μέλαθρο, επιβλητικό οικοδόμημα
  3. κοσμοθεωρία, ιδεολογικό-φιλοσοφικό-θεωρητικό οικοδόμημα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]