Μετάβαση στο περιεχόμενο

edukita

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

edukita (eo)

  • αόριστος της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος eduki