edziĝo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

edziĝo < edz- + -iĝ- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική edziĝo edziĝoj
αιτιατική edziĝon edziĝojn

edziĝo (eo)

  • ο γάμος (η ένωση δύο ατόμων με σκοπό να ζήσουν μαζί για πάντα)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]