Μετάβαση στο περιεχόμενο

effortless

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
effortless < effort + -less

Επίθετο

[επεξεργασία]

effortless (en) (χωρίς παραθετικά)

  • αβίαστος, εύκολος, άκοπος, που χρειάζεται λίγη ή καθόλου προσπάθεια, για να φαίνεται εύκολο
    παράδειγμα  The way he speaks is effortless and natural.
    Ο τρόπος που μιλάει είναι αβίαστος και φυσικός.
    παράδειγμα  This task seems effortless, but in reality, it requires a lot of work.
    Η εργασία αυτή φαίνεται εύκολη, αλλά στην πραγματικότητα χρειάζεται πολύ δουλειά.
    παράδειγμα  Learning the new language seemed effortless for him.
    Το να μάθει τη νέα γλώσσα φάνηκε άκοπο για εκείνον.
    παράδειγμα  Their collaboration was effortless and natural, as if they had been working together for years.
    Η συνεργασία τους ήταν άκοπη και φυσική, σαν να συνεργάζονταν για χρόνια.

Σύνθετα

[επεξεργασία]