egoista

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

egoista (it) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο εγωιστής ή η εγωίστρια



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) egoista egoiści
γενική (dopełniacz) egoisty egoistów
δοτική (celownik) egoiście egoistom
αιτιατική (biernik) egoistę egoistów
οργανική (narzędnik) egoistą egoistami
τοπική (miejscownik) egoiście egoistach
κλητική (wołacz) egoisto egoiści

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

egoista (pl) αρσενικό

  1. ο εγωιστής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη egoizm