einen
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈaɪ̯nən/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ei‐nen
Άρθρο
[επεξεργασία]einen (de)
Αριθμητικό
[επεξεργασία]einen (de)
Αντωνυμία
[επεξεργασία]einen (de)
- αόριστα
Ich hätte gerne den einen da.
Θα ήθελα αυτό εκεί.
Ρήμα
[επεξεργασία]einen (de)
- ενώνω
Egal, wie sehr sie im Moment zerstritten sind, die drohende Hungersnot wird sie einen.
Όσο διαφωνούν κι αν έχουν αυτή τη στιγμή, η απειλή της λιμοκτονίας θα τους ενώσει.