einkaufen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

einkaufen (de)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]