Μετάβαση στο περιεχόμενο

eksalti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
eksalti < λείπει η ετυμολογία
ρήμα eksalti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας eksaltas eksaltanta eksaltata
αόριστος eksaltis eksaltinta eksaltita
μέλλοντας eksaltos eksaltonta eksaltota
υποθετική eksaltus - -
προστακτική eksaltu - -

eksalti (eo)