Μετάβαση στο περιεχόμενο

ekspluati

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ekspluati < λείπει η ετυμολογία
ρήμα ekspluati
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ekspluatas ekspluatanta ekspluatata
αόριστος ekspluatis ekspluatinta ekspluatita
μέλλοντας ekspluatos ekspluatonta ekspluatota
υποθετική ekspluatus - -
προστακτική ekspluatu - -

ekspluati (eo)