Μετάβαση στο περιεχόμενο

ekvoji

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ekvoji < ek- + vojo + -i
ρήμα ekvoji
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ekvojas ekvojanta ekvojata
αόριστος ekvojis ekvojinta ekvojita
μέλλοντας ekvojos ekvojonta ekvojota
υποθετική ekvojus - -
προστακτική ekvoju - -

ekvoji (eo)