el vermek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

el vermek < el (χέρι) + vermek

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛl veɾ.ˈmɛc/

Ρήμα[επεξεργασία]

el vermek (tr)

  1. βοηθώ
     συνώνυμα: yardım etmek, yardımcı olmak
  2. μεταδίδω τις (γενικά μυστικές) ικανότητες ή πληροφορίες μου (χρησιμοποιείται κυρίως για μαντεία ή καλές τέχνες)

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]