elastisch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

elastisch (de)

  1. ελαστικός, λαστιχένιος
  2. εύκαμπτος, ευλύγιστος

Κλίση[επεξεργασία]